Το 1972 ένας Γάλλος γεωλόγος απομονώθηκε για έξι μήνες μέσα σε μια σκοτεινή σπηλιά χωρίς ρολόγια. Έξι μήνες μετά, βγήκε από εκεί μέσα εντελώς διαφορετικός.
Το 1972, ο Γάλλος επιστήμονας Michel Siffre [Μισέλ Σιφρ] διεξήγαγε ένα άκρως ριζοσπαστικό πείραμα, απομονώνοντας τον εαυτό του σε μια σκοτεινή σπηλιά 150 μέτρα κάτω από τη γη για 180 συνεχόμενες ημέρες.
Στόχος του ήταν να κατανοήσει τη σχέση μεταξύ του ανθρώπινου νου και του χρόνου, υποθέτοντας ότι οι ακραίες συνθήκες θα μπορούσαν να ξεκλειδώσουν κάποιες επιπλέον γνώσεις για την ανθρώπινη βιολογία.
Στις 13 Φεβρουαρίου του 1972 ο 33χρονος γεωλόγος κατέβηκε προσεκτικά στη σπηλιά Midnight Cave κοντά στο Del Rio του Τέξας. Για έξι μήνες, ο Siffre απομονώθηκε σε έναν μεγάλο θάλαμο του σπηλαίου. Η όλη... επίπλωση του χώρου του ήταν λιτή: μια σκηνή που είχε στηθεί πάνω σε μια ξύλινη πλατφόρμα ήταν εξοπλισμένη με ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι και μια καρέκλα και διάφορα μηχανήματα για επιστημονικά πειράματα. Ήταν επίσης εφοδιασμένος με κατεψυγμένα τρόφιμα και πολύ, πάρα πολύ νερό.
Χάνοντας την αίσθηση του χρόνου
Ίσως πιο σημαντικό, όμως, είναι αυτό που δεν περιείχε ο θάλαμος: δεν υπήρχαν ημερολόγια ή ρολόγια ή οτιδήποτε άλλο που θα τον βοηθούσε να καθορίσει την ημέρα ή την ώρα.
Τοποθετώντας ένα άτομο σε ένα απομονωμένο περιβάλλον, χωρίς φυσιολογικούς κύκλους ημέρας και νύχτας και χωρίς ρολόγια ή συσκευές χρονομέτρησης οποιουδήποτε είδους, οι επιστήμονες ήλπιζαν να προσδιορίσουν τους φυσικούς ρυθμούς του σώματος που θα μπορούσε να αναπτύξει ο Siffre. Αυτό θα τους βοηθούσε να προβλέψουν τις επιπτώσεις των μακροχρόνιων αποστολών στα πληρώματα πυρηνικών υποβρυχίων και διαστημοπλοίων.
Ο Siffre δεν ήταν άγνωστος σε τέτοια πειράματα. Το 1962 είχε μείνει 63 ημέρες μέσα σε μια γαλλική σπηλιά των Άλπεων, το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που κάποιος είχε ζήσει απομονωμένος κάτω από τη γη.
Αυτό το πείραμα και άλλα φάνηκε να δείχνουν ότι ορισμένοι άνθρωποι αρχίζουν να αναπτύσσουν έναν κύκλο όχι 24ωρης, αλλά 48ωρης ημέρας, όταν αφαιρείται κάθε αίσθηση του χρόνου από την καθημερινότητά τους.
Η καθημερινή ρουτίνα στη «Σπηλιά του Μεσονυκτίου»
Στη Σπηλιά του Μεσονυκτίου, κάθε μια από τις «ημέρες» του Siffre περιλάμβανε μια καθορισμένη πρωινή ρουτίνα.
Μόλις ξυπνούσε, έπιανε το κοντινό τηλέφωνο [ναι, υπήρχε ένα σταθερό τηλέφωνο με καλώδιο] για να ενημερώσει τους υπέργειους ερευνητές ότι είχε ξυπνήσει.
Αμέσως, άναβαν τα φώτα που ελέγχονταν από τους ερευνητές που βρίσκονταν σε ένα εργαστήριο σε έναν χώρο έξω από την σπηλιά και ο Siffre ξεκινούσε ένα τετράωρο πρόγραμμα πειραμάτων.
«Πρώτα πήρε την αρτηριακή του πίεση και στη συνέχεια μια σειρά από νοητικά, μνημονικά και σωματικά τεστ. Καβάλησε ένα στατικό ποδήλατο για τρία μίλια και χρησιμοποίησε ένα όπλο σφαιριδίων για πέντε γύρους σκοποβολής», αναγράφεται στην αναφορά.
Στον ελεύθερο χρόνο του, σκούπιζε τη γεμάτη χώμα σπηλιά, προσπαθώντας να μην αναπνέει τη σκόνη που θα μπορούσε να του προκαλέσει πνευμονοπάθεια. Είχε προγραμματίσει να ακούει μουσική και να διαβάζει για να γεμίζει τις μοναχικές τους ώρες. Δυστυχώς, το υγρό περιβάλλον της σπηλιάς προκάλεσε δυσλειτουργία στο στερεοφωνικό του ενώ η πανταχού παρούσα μούχλα χάλασε τα βιβλία του.
Ζούσε σε ημερήσιο κύκλο 26 ωρών
Στο τέλος του πρώτου μήνα, ζούσε έναν κύκλο 26 ωρών, αν και δεν το γνώριζε εκείνη τη στιγμή. Απλώς έμενε ξύπνιος όσο ήθελε και αποκαλούσε «νύχτα» το διάστημα της ημέρας όταν ένιωθε κουρασμένος. Ενημέρωνε τους ερευνητές όταν ήταν έτοιμος να κοιμηθεί και τα φώτα έσβηναν.
Κρατούσε ημερολόγιο που παρακολουθούσε τις δικές του ημέρες και νύχτες, αλλά οι υπολογισμοί του δεν ήταν ακριβείς. Για παράδειγμα, η ημέρα 63 του ήταν στην πραγματικότητα η ημέρα 77, πάνω από το έδαφος. Είχε χάσει εντελώς την αίσθηση του χρόνου.

Το ημερολόγιό του κατέγραφε επίσης τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Στην αρχή ενθουσιασμένος, ο Siffre τελικά έπαθε κατάθλιψη από την απόλυτη απομόνωση. Άρχισε να αντιπαθεί το τηλέφωνο, τη μοναδική του μέθοδο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, επειδή αντιπροσώπευε μια ελευθερία που δεν μπορούσε να έχει.
Η αντίδρασή του στα ποντίκια των σπηλαίων έδειξε αρκετά ξεκάθαρα πώς άλλαξε κατά τη διάρκεια του πειράματος. Κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων κάτω από τη γη, μπορούσε να ακούσει ποντίκια τη «νύχτα» καθώς ετοιμαζόταν να κοιμηθεί. Οι θόρυβοι τους τον ενοχλούσαν και έστησε πολλές παγίδες γι' αυτά. Έπιασε οκτώ, εξαφανίζοντας ολόκληρη την αποικία ποντικιών.
Πέντε μήνες μετά το πείραμα, ωστόσο... σχεδόν εκλιπαρούσε για λίγη συντροφιά - ακόμη και ζωική. Την ημέρα 162 άκουσε έναν θόρυβο και συνειδητοποίησε ότι ένα άλλο ποντίκι είχε έρθει να τον επισκεφτεί. «Άλλο ένα ζωντανό πλάσμα υπάρχει στη Σπηλιά του Μεσονυχτίου!» έγραψε στο ημερολόγιό του. «Αν παγιδεύσω αυτό το τρωκτικό, θα έχω έναν σύντροφο να του μιλάω».

Επί οκτώ ημέρες, ο Siffre προσπαθούσε να πιάσει και να εξημερώσει το ποντίκι. Χρησιμοποίησε ένα μπιζέλι και στη συνέχεια λίγη μαρμελάδα, τοποθετημένη κάτω από ένα υψωμένο κατσαρολάκι.
Το ποντίκι, που ο Siffre ονόμασε Mus, απέφευγε τη σύλληψη. Τελικά, ο Mus πιάστηκε, αλλά με ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα.
Ο Siffre έγραψε: «Η υπομονή μου υπερισχύει. Μετά από πολύ δισταγμό, ο Mus πλησιάζει στη μαρμελάδα. Θαυμάζω τα μικρά λαμπερά μάτια του, το λείο τρίχωμά του. Ρίχνω το κατσαρολάκι από πάνω του. Είναι αιχμάλωτος. Επιτέλους θα έχω έναν σύντροφο στη μοναξιά μου. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά από ενθουσιασμό. Για πρώτη φορά από τότε που μπήκα στη σπηλιά, νιώθω ένα κύμα χαράς. Προσεκτικά σηκώνω την κατσαρόλα. Ακούω μικρά τσιρίγματα αγωνίας. Ο Μus ξαπλώνει στο πλάι. Η άκρη του σκεύους τον χτύπησε προφανώς στο κεφάλι. Τον κοιτάζω με θλίψη. Οι ψίθυροί του σβήνουν. Είναι ακίνητος. Η μοναξιά με κατακλύζει ξανά».

Εννέα πραγματικές ημέρες αργότερα, στις 10 Αυγούστου, το πείραμα έληξε. Αν και ο Siffre έπρεπε να παραμείνει κάτω από τη γη για σχεδόν τέσσερις εβδομάδες ακόμη για περαιτέρω δοκιμές, οι επιστήμονες μπορούσαν πλέον να τον επισκέπτονται. Προφανώς, ήταν πανευτυχής.
Όταν τελικά βγήκε από τη σπηλιά στις 5 Σεπτεμβρίου, την 205η ημέρα, βρήκε τον εαυτό του έναν αλλαγμένο άνθρωπο. Η όρασή του είχε επιδεινωθεί, είχε αναπτύξει χρόνιο στραβισμό και κάποια ψυχολογικά προβλήματα τον ενοχλούσαν.
Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρόλο που κατάφερε να αναπτύξει μια 28ωρη ημέρα χωρίς τους περιορισμούς του χρόνου, οι μελλοντικοί διαστημικοί ταξιδιώτες θα είχαν σοβαρό πρόβλημα προσαρμογής σε ταξίδια μεγάλων αποστάσεων σε περιορισμένους χώρους. Αλλά, όπως ήλπιζε, θα μπορούσαν να έχουν το πλεονέκτημα έστω κάποιας συντροφικότητας.

Η απομόνωση επιβάρυνε σοβαρά την ψυχική του υγεία
Η απομόνωση επιβάρυνε σοβαρά την ψυχική του υγεία. Ο Siffre βίωσε απώλεια μνήμης, συναισθηματικές διακυμάνσεις και μια βαθιά αίσθηση μοναξιάς. Το πείραμά του αποκάλυψε ότι χωρίς εξωτερικές ενδείξεις, ο εγκέφαλος χάνει την αίσθηση του χρόνου, μεταμορφώνοντας δραματικά την αντίληψή μας για την αντίληψη του χρόνου.
Τα ευρήματα του Siffre επηρέασαν την έρευνα σχετικά με τους κιρκάδιους ρυθμούς, την εξερεύνηση του διαστήματος και την ψυχική υγεία στην απομόνωση. Παρά το γεγονός ότι υπέστη μόνιμη απώλεια μνήμης, συνέχισε την έρευνά του, απομονώνοντας τον εαυτό του σε άλλες σπηλιές για να εξερευνήσει περαιτέρω τις θεωρίες του.
Το έργο του έθεσε τις βάσεις για τη σύγχρονη επιστήμη του ύπνου και την ψυχολογία του χρόνου, θέτοντας θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τη φύση του χρόνου ως εξωτερικής κατασκευής και ως νοητικής δημιουργίας.
Η κληρονομιά τού Siffre χρησιμεύει ως υπενθύμιση της ανθεκτικότητας και της ευθραυστότητας του ανθρώπινου εγκεφάλου και του τρόπου με τον οποίο η απομόνωση μπορεί να επηρεάσει βαθιά τον εσωτερικό μας κόσμο.
Ο Σιφρ πέθανε το περασμένο καλοκαίρι σε ηλικία 85 ετών.