Ο αιδεσιμότατος Τζεφ Χουντ αγωνίζεται να σώσει ανθρώπους που το κράτος θέλει να σκοτώσει - και για τον ίδιο δεν έχει καν σημασία αν είναι αθώοι ή όχι.
Ο αιδεσιμότατος Τζεφ Χουντ στέκεται έξω από το σωφρονιστικό ίδρυμα της Οκλαχόμα, γνωστό και ως Big Mac. Ο Χουντ περνάει τους τοίχους της φυλακής και κατευθύνεται προς το κελί όπου ζει εδώ και χρόνια ο θανατοποινίτης Εμάνιουελ Λίτλτζον.
Ο Χουντ είναι πνευματικός σύμβουλος του Λίτλτζον τα τελευταία δύο χρόνια, όσο ο θανατοποινίτης περιμένει την ανακοίνωση της εκτέλεσής του με θανατηφόρο ένεση. Ο Χουντ πιστεύει ότι όλοι οι άνθρωποι αξίζουν αγάπη και λύτρωση, ότι η θανατική ποινή είναι, όπως λέει, «ένα σατανικό δημιούργημα» και ότι αυτοί οι άνδρες που θα βάλουν τη βελόνα στο κορμί του όταν έρθει η ύστατη ώρα, είναι εξίσου δολοφόνοι.
Το Συμβούλιο Απονομής Χάριτος είπε ναι για την αναστολή της εκτέλεσης, αλλά ο κυβερνήτης της αμερικανικής πολιτείας, Kevin Stitt δεν έχει ακόμη δώσει το τελικό «ναι». Και έτσι ο Χουντ περιμένει έξω από τις πύλες της φυλακής.
Ένα ηθικό δίλημμα
«Μου αρέσει πάντα να στέκομαι εδώ από τόσο νωρίς, γιατί τους αναγκάζει να περάσουν από μπροστά μου και να σκεφτούν πιο σοβαρά τι πρόκειται να κάνουν», λέει ο Χουντ, ο οποίος λέει ότι «αισθάνεται άρρωστος». Σε λιγότερο από πέντε ώρες, είτε θα δει τον Littlejohn να έχει ανακουφιστεί, είτε θα τον δει δεμένο σε ένα φορείο στην τελευταία ώρα της ζωής του.
Το κοινό δίνει ελάχιστη προσοχή στην πλειονότητα των θανατοποινιτών - κάπως λογικό, σημειώνει το περιοδικό Rolling Stone, καθώς ο κόσμος φαίνεται να... «συντονίζεται» μόνο όταν μια διασημότητα ή μια οργάνωση συσπειρώνεται γύρω από έναν κατάδικο που θεωρεί αθώο. Και όλα αυτά σε μια χώρα όπου η θανατική ποινή αποτελούσε πάντα ένα καίριο ηθικό δίλημμα.
Αρχικά, η πρακτική αυτή ήταν ένα είδος προστασίας από την δυνητική κοινωνική κατάρρευση. Τα πρώτα σωφρονιστικά ιδρύματα κατασκευάστηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα, οπότε οι πιο ακραίες ποινές κρίθηκαν απαραίτητες για την αποτροπή της κοινωνικής διχόνοιας. Καθώς η χώρα ανέπτυσσε ένα σωφρονιστικό σύστημα, εκείνοι που αντιμετώπιζαν τη θανατική ποινή ήταν συχνά οι Αφροαμερικανοί. «Η θανατική ποινή έχει 1.000% τις ρίζες της στον ρατσισμό», λέει ο καθηγητής Frank R. Baumgartner, ειδικός σε θέματα θανατικής ποινής στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας στο Chapel Hill, αναφέροντας πως «έγχρωμοι πολίτες εκτελούνταν συστηματικά στο παρελθόν, πρώτα από τους δουλεμπόρους και στη συνέχεια από την Κου Κλουξ Κλαν».
«Στη σύγχρονη εποχή, όταν οι εκτελέσεις έχουν πραγματοποιηθεί αποκλειστικά για φόνο, το 75% των περιπτώσεων αφορούν τη δολοφονία λευκών θυμάτων, παρόλο που περίπου τα μισά από τα θύματα ανθρωποκτονιών στην Αμερική είναι μαύροι», λέει ο Robin Maher, εκτελεστικός διευθυντής του Κέντρου Πληροφόρησης για τη Θανατική Ποινή.
Σήμερα οι ΗΠΑ εφαρμόζουν τη θανατική ποινή τόσο σε πολιτειακό όσο και σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Η ομοσπονδιακή θανατική ποινή επανήλθε το 1988 για εγκλήματα όπως προδοσία και δολοφονία, ενώ 27 πολιτείες διαθέτουν φυλακές που βρίθουν από περισσότερους από 2.000 θανατοποινίτες κρατούμενους. Καθώς οι νόμοι έχουν αλλάξει, ωστόσο, οι λαοί συνεχίζουν να παλεύουν για την ανθρωπιά της πρακτικής αυτής: Το 1936, το 59% των πολιτών ήταν υπέρ της θανατικής ποινής για τους καταδικασμένους δολοφόνους, ενώ σήμερα ο αριθμός αυτός έχει πέσει στο 47%. Και αυτή η απροθυμία και η σύγχυση προκύπτει, εν μέρει, εξαιτίας του πόσο τυχαία μπορεί να είναι η θανατική ποινή.

Ο Baumgartner αποδίδει την πρόσφατη πτώση της δημοτικότητας, ωστόσο, στην ιδέα ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να σκοτώνουν αθώους ανθρώπους, κάτι που έγινε πιο εύκολο να υποστηριχθεί στον απόηχο της τεχνολογίας του DNA. Αυτή η αλλαγή στο αίσθημα εισήγαγε οργανώσεις όπως το Innocence Project και διάσημους καταργητές της ποινής όπως η αδελφή Helen Prejean, μια καλόγρια και πνευματική σύμβουλος που απαθανάτισε το έργο της στο βιβλίο «Dead Man Walking» του 1993, που κατόπιν έγινε και ταινία.
Σε αντίθεση με την Prejean, όμως, ο Hood δεν υπερασπίζεται μόνο τις γυναίκες και τους άνδρες που διατηρούν την αθωότητά τους - αντίθετα, επιλέγει να αγωνιστεί γι' αυτούς που το σύστημα και ο κόσμος ξέχασαν: τους άνδρες που μπορεί να μην είναι καν αθώοι, αλλά που εξακολουθεί να πιστεύει ότι και αυτοί έχουν δικαίωμα στη ζωή.
«Ένιωσα σαν να σώθηκα»
Πίσω στη δεκαετία του '90, όταν ο, σήμερα 41χρονος, Χουντ ήταν ένας θεοσεβούμενος έφηβος στη Ατλάντα της Τζόρτζια, ήταν περισσότερο απασχολημένος προσπαθώντας να σώσει τη δική του ψυχή. Ο Hood χειροτονήθηκε μόλις στα 22 του ως ιερέας των Νότιων Βαπτιστών.
Από τότε, ο Hood άρχισε να σφυρηλατεί τη δική του σχέση με την πίστη, παντρεύοντάς την με τον ακτιβισμό που διαμόρφωσε τη ζωή του. Καθώς συνέχισε να προσθέτει περισσότερα πτυχία στο βιογραφικό του, ο Hood ασχολήθηκε με την υπόθεση του Troy Davis, ενός μαύρου άνδρα που καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή πυροβόλησε και σκότωσε έναν αστυνομικό το 1989.

Μέχρι να έρθει η προγραμματισμένη εκτέλεσή του το 2011, ο Ντέιβις είχε στην πλάτη του μια στρατιά από υποστηρικτές της κατάργησης του νόμου - συμπεριλαμβανομένου του Χουντ και της συζύγου του, Έμιλι, την οποία παντρεύτηκε εκείνη τη χρονιά.
Ένα χρόνο αφότου ο Ντέιβις τελικά εκτελέστηκε, ο ίδιος και η Έμιλι εγκαταστάθηκαν στο Τέξας. Εκεί, ο Χουντ ρίχτηκε στον πραγματικό ακτιβισμό: έκανε εκστρατεία για να γίνουν οι τοπικές εκκλησίες πιο δεκτικές απέναντι στους ΛΟΑΤΚΙ+ ενορίτες, συνελήφθη έξω από τον Λευκό Οίκο το 2014 ενώ διαμαρτυρόταν για τις απελάσεις και οργάνωσε το 2016 μια διαμαρτυρία του κινήματος «Black Lives Matter» στο Ντάλας, η οποία κατέληξε σε τραγωδία όταν ένας βετεράνος του αμερικανικού στρατού σκότωσε πέντε αστυνομικούς.
«Ήμουν στη φυλακή και δεν με επισκεφτήκατε»
Ο Χουντ τους αποκαλεί «δικούς του»: τους άνδρες που η χώρα αυτή θέλει να σκοτώσει. Έχει γράψει βιβλία μαζί τους, έχει κρεμάσει τις φωτογραφίες τους στο γραφείο του σπιτιού του και τους αφήνει ακόμη και να μιλούν στα πέντε παιδιά του - πάντα μέσα σε λογικά πλαίσια.
Ο Χουντ έγινε νομικά αναγνωρισμένος πνευματικός σύμβουλος το 2022, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι θανατοποινίτες μπορούν να έχουν έναν να τους συνοδεύει στον θάλαμο θανάτου. Το 2021, ένας κρατούμενος ονόματι Τζον Ραμίρεζ έκανε μήνυση στο κράτος για να έχει τον επί χρόνια πάστορά του παρόντα στην εκτέλεσή του. Παρόλα αυτά, ο Χουντ άρχισε να μιλάει σε θανατοποινίτες χρόνια πριν από αυτό, όταν σκέφτηκε καλύτερα και βαθύτερα τα λόγια του Ιησού στο κατά Ματθαίον 25:43: «Ήμουν στη φυλακή και δεν με επισκεφτήκατε».

Στη συνέχεια υπήρξαν περιστατικά που θα «δοκίμαζαν» ακόμη και τους πιο υπομονετικούς θρησκευόμενους άνδρες, όπως η συνάντηση του Χουντ με τον Κέρι Άλεν, ο οποίος βίασε και δολοφόνησε τη δίχρονη κόρη της συντρόφου του το 2000. «Πάντα προσπαθούσα να μην κοιτάζω αυτούς τους τύπους πριν πάω να τους μιλήσω. Θέλω να τους δώσω την ευκαιρία να γίνουν γνωστοί ως κάτι εντελώς διαφορετικό από έναν κατά συρροή δολοφόνο ή βιαστή», λέει ο Χουντ.
Ακόμα ανατριχιάζει, ωστόσο, όταν θυμάται ότι συνάντησε τον Άλεν στην πτέρυγα των θανατοποινιτών του Τέξας. «Καθόμουν εκεί και του μιλούσα και του άρεσαν πολύ οι κλόουν», λέει ο Χουντ και προσθέτει: «Θυμάμαι ότι τον ρώτησα πριν φύγω "Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για σένα;". Και μου είπε: "Μπορείς να μου στείλεις μια φωτογραφία των παιδιών σου;" Και θυμάμαι να σκέφτομαι "Έχω μπει στα πολύ βαθιά τώρα, τι στο διάολο;"». Ο Άλεν δεν έχει εκτελεστεί ακόμα.
Η υπόθεση του Εμάνιουελ Λίτλτζον
Ο Hood το 2022 γνώρισε τον Λίτλτζον, ο οποίος ήταν πίσω από τα κάγκελα για σχεδόν 30 χρόνια καθώς είχε καταδικαστεί σε θάνατο για τη δολοφονία του ιδιοκτήτη ψιλικατζίδικου Kenneth Meers το 1992. Ωστόσο, ο Littlejohn υποστήριζε την αθωότητά του, ισχυριζόμενος ότι τη σκανδάλη τράβηξε ο συνεργός του, Glenn Bethany. Ο Bethany, από την πλευρά του, εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης.
Ο Χουντ ενδιαφερόταν περισσότερο για τον άνθρωπο παρά για το έγκλημα και βρήκε έναν πρόθυμο συζητητή στο πρόσωπο του Littlejohn. Σύντομα, οι δύο τους δημιούργησαν έναν στενό δεσμό, γελούσαν, μιλούσαν για τα παιδιά τους και προσεύχονταν. Και έτσι συνέχισαν τους μήνες που ακολούθησαν, καθώς ο Hood ήρθε πιο κοντά με τη μητέρα του Littlejohn, Ceily Mason, και την αδελφή του, Augustina Littlejohn.

Ταυτόχρονα, ο Χουντ έβλεπε όλο και περισσότερους άνδρες που είχε κοινωνήσει προσωπικά να πεθαίνουν: ο Anthony Sanchez τον Σεπτέμβριο του 2023, του οποίου τα χέρια έγιναν μπλε αφού ο δήμιος της Οκλαχόμα έβαλε τη βελόνα. Και μετά ήταν ο Κένεθ Σμιθ, ο πρώτος άνθρωπος που εκτελέστηκε στις ΗΠΑ χρησιμοποιώντας αέριο άζωτο - μια επικίνδυνη, μη δοκιμασμένη μέθοδος που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο μέχρι και τον ίδιο τον Χουντ αν υπήρχε διαρροή του αερίου.
Ο Χουντ παρακολούθησε τον Σμιθ να πεθαίνει με έναν τρόπο που θα στοιχειώνει τον αιδεσιμότατο για πάντα. «Ο ηθικός πόνος της όλης εμπειρίας ήταν τόσο μεγάλος που ευχήθηκα να ήμουν εγώ αυτός που είχε εκτελεστεί εκείνη την ημέρα», λέει ο ίδιος.
«Του κάνουν ψυχικά βασανιστήρια με όλην αυτή την αναμονή»
Μπορεί τον Αύγουστο του 2024 να δόθηκε χάρη στον Littlejohn, αλλά ο αγώνας συνεχίζεται καθώς περνούν οι μέρες για την προγραμματισμένη εκτέλεσή του. Ο Γενικός Εισαγγελέας των ΗΠΑ, Gentner Drummond εξακολουθεί να επιθυμεί την εκτέλεσή του και ο κυβερνήτης Stitt έχει παραμείνει σιωπηλός σχετικά με την απόφασή του.
Κατά τη διάρκεια ενός τηλεφωνήματος, ο Χουντ εξοργίζεται όλο και περισσότερο για το θράσος της πολιτείας, για το πώς αναγκάζει τον Λίτλτζον να περιμένει, για το πώς ουσιαστικά πρόκειται για βασανιστήρια. «Ηρέμησε, αδελφέ», λέει ο Littlejohn στον Hood. Εκείνος γελάει θλιμμένα, συνειδητοποιώντας ότι τον παρηγορεί ουσιαστικά ο άνθρωπος που έχει καταδικαστεί να πεθάνει -και όχι αντίστροφα, όπως θα άρμοζε στην περίσταση.

Ο Littlejohn κατευθύνεται στη Σκοπιά Θανάτου [Death Watch], ένα κελί που αποτελεί την τελευταία κατοικία του κάθε θανατοποινίτη. Νιώθει ήδη νεκρός, λέει στον Hood, παρόλο που ο κυβερνήτης Stitt μπορεί να ανακαλέσει την εκτέλεσή του ανά πάσα στιγμή. Την Τετάρτη πριν από την ημερομηνία εκτέλεσης του Littlejohn, ο Hood μπαίνει σε κατάσταση... πλήρους ακτιβισμού.
Νωρίς το πρωί μπαίνει σε ένα νοικιασμένο λευκό SUV που έχει ονομάσει «Priestmobile» και κατευθύνεται στην Οκλαχόμα Σίτι. Μπαίνει στο γραφείο του κυβερνήτη και του παραδίδει μια στοίβα με περισσότερες από 12.000 υπογραφές υπέρ του Λίτλτζον. Ο ίδιος ο κυβερνήτης, ωστόσο, δεν κάνει την εμφάνισή του. Δεν έχει ακόμη λάβει απόφαση, λέγοντας στον Τύπο νωρίτερα εκείνη την ημέρα ότι «συνεχίζει να εξετάζει προσεκτικά τα γεγονότα, τα στοιχεία και τις συστάσεις».
Μέσα σε όλα αυτά, ο Χουντ δεν μπορεί παρά να σκέφτεται τον Λιτλτζον, ο οποίος, ακριβώς εκείνο το πρωί, παρακολουθούσε τους αξιωματούχους να μετρούν τα χέρια και τις γάμπες του για την εκτέλεση. «Ήθελαν να ελέγξουν τις φλέβες μου για να δουν αν είναι ορατές, υποθέτω. Δεν έχω φοβηθεί ποτέ στη ζωή μου τόσο πολύ».
Ο Χουντ προσεύχεται για τον Littlejohn, καθώς αυτός τρώει το τελευταίο του γεύμα (πίτσα, cheesecake και μια κόκα κόλα). Και μετά μπαίνει στο αυτοκίνητο και κατευθύνεται στην φυλακή όπου θα πραγματοποιηθεί η εκτέλεση του Littlejohn.

Καθώς ο Χουντ κατευθύνεται μέσα από τις διαδοχικές βαριές μεταλλικές πόρτες προς τον «θάλαμο θανάτου», φαίνεται όλο και λιγότερο πιθανό να δοθεί «άφεση αμαρτιών» στον Λίτλτζον. Στις 10 π.μ. ο Χουντ βλέπει τον Littlejohn δεμένο πάνω στο φορείο και τον πιάνουν αμέσως κράμπες στο στομάχι. Ο Χουντ πιάνει το ογκώδες χέρι του Littlejohn και τότε... ανοίγει ο ασκός του Αιόλου: ο μεγαλόσωμος άντρας κλαίει σαν μωρό. «Λυπάμαι πολύ», λέει ο Χουντ ξανά και ξανά, αλλά ο Littlejohn απλώς κουνάει το κεφάλι του. «Τα πήγες καλά, Τζεφ», λέει. «Σ' αγαπώ». Ο Λίτλτζον έχει λιγότερο από 20 λεπτά ζωής πλέον.
Στη συνέχεια αρχίζει η διαδικασία: οι οροί και οι βελόνες, τα φάρμακα και οι ιμάντες. Στο πλευρό του Littlejohn στέκεται πάντα ο Hood, άγρυπνος φρουρός της αγάπης και της λύτρωσης. Η ώρα του θανάτου του: 10:17 π.μ.
Ο κυβερνήτης σπάει τη σιωπή του μόνο μετά το θάνατο του Littlejohn: «Οι ένορκοι τον έκριναν ένοχο και τον καταδίκασαν σε θάνατο. Ως κυβερνήτης του νόμου και της τάξης, δυσκολεύομαι να ανατρέψω μονομερώς αυτή την απόφαση».
Καθώς ο Χουντ βγαίνει από την φυλακή, νιώθει σαν το πνεύμα του να περπατάει με όλους τους άνδρες που είχε δει να πεθαίνουν: τον Άντονι Σάντσεζ, τον Κένεθ Σμιθ, τον Σκοτ Άιζμπεργκ και όλους τους υπόλοιπους. «Νιώθω σαν να είμαι διχασμένος ανάμεσα στον θάλαμο εκτέλεσης του Μιζούρι και στην Οκλαχόμα, το Τέξας, την Αλαμπάμα - ένα κομμάτι μου βρίσκεται ακόμα σε όλους αυτούς τους χώρους», καταλήγει εμφατικά ο Χουντ.