Οι 11 μήνες της Γκίλφοϊλ στην Αθήνα -Από τις επιτυχίες για τον Κάθετο Διάδρομο, την κοσμική ζωή έως τα αρνητικά δημοσιεύματα στη WSJ - iefimerida.gr

Οι 11 μήνες της Γκίλφοϊλ στην Αθήνα -Από τις επιτυχίες για τον Κάθετο Διάδρομο, την κοσμική ζωή έως τα αρνητικά δημοσιεύματα στη WSJ

Κίμπερλι Γκιλφόιλ
Κίμπερλι Γκίλφοϊλ / Dimitris Kapantais / SOOC

«Έκανε καλή δουλειά στην Ελλάδα, αλλά δεν μας άρεσαν αυτά που διαβάζαμε». Αυτή η φράση του Ντόναλντ Τραμπ, που αποτελεί την κατακλείδα στην υπόθεση της αποπομπής της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, παραδόξως συνοψίζει και τη σχεδόν ενδεκάμηνη παρουσία της στην Ελλάδα.

Από τη μία πλευρά, μια πρέσβειρα που κινήθηκε με ιδιαίτερη ένταση για την εφαρμογή της τραμπικής ατζέντας, κυρίως στην ενέργεια, στις υποδομές και στον περιορισμό της κινεζικής επιρροής. Από την άλλη, ένα πρόσωπο του στενού περιβάλλοντος του Αμερικανού προέδρου, του οποίου η δημόσια παρουσία και οι προσωπικές συναλλαγές βρέθηκαν σταδιακά στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης που ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και κατέληξε να απασχολεί την ίδια την Ουάσιγκτον.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η άφιξή της στην Αθήνα είχε συνοδευτεί από έναν πρωτοφανή για τα ελληνικά διπλωματικά δεδομένα μιντιακό παροξυσμό. Η πρώην τηλεοπτική προσωπικότητα, άλλοτε σύντροφος του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, και προβεβλημένο στέλεχος του πολιτικού οικοσυστήματος Τραμπ, αντιμετωπίστηκε από σημαντικό τμήμα των ελληνικών μέσων ενημέρωσης περισσότερο ως διασημότητα παρά ως επικεφαλής μιας από τις σημαντικότερες διπλωματικές αποστολές στην Αθήνα.

Οι κοσμικές εμφανίσεις, οι φωτογραφίες, οι επαφές με αστέρες της showbiz και η σχεδόν καθημερινή δημοσιότητα δημιούργησαν εξαρχής μια ιδιότυπη συνθήκη. Για τους επικριτές της, τα όρια ανάμεσα στη διπλωματία, στην προσωπική προβολή και στις δημόσιες σχέσεις είχαν γίνει δυσδιάκριτα.

Οι υποστηρικτές της, αντίθετα, θεωρούσαν ότι ακριβώς αυτή η εξωστρέφεια, σε συνδυασμό με την απευθείας πρόσβασή της στο περιβάλλον Τραμπ, αποτελούσε ένα σημαντικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σύνθετη. Διότι πίσω από την εικόνα της κοσμικής πρέσβειρας υπήρχε μια σαφής πολιτική αποστολή, την οποία η Γκίλφοϊλ επιχείρησε να φέρει εις πέρας χωρίς ιδιαίτερες διπλωματικές περιστροφές.

Η ενέργεια, τα λιμάνια και η τραμπική ατζέντα

Στην κορυφή των προτεραιοτήτων της βρέθηκε η μετατροπή της Ελλάδας σε βασική πύλη εισόδου αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου, με αφετηρία τις ελληνικές ενεργειακές υποδομές και προορισμό τις αγορές της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα στους σχεδιασμούς του νέου ενοίκου του Λευκού Οίκου. Η Ρεβυθούσα, ο πλωτός σταθμός LNG στην Αλεξανδρούπολη και οι διασυνδέσεις προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία αποτελούσαν τμήματα ενός ευρύτερου σχεδιασμού για τη μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο και την ενίσχυση των αμερικανικών εξαγωγών.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το στίγμα των προθέσεών της δόθηκε σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή της στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2025. Μόλις πέντε ημέρες αργότερα, στις 6 και 7 Νοεμβρίου, το Ζάππειο φιλοξένησε την έκτη υπουργική συνάντηση της Διατλαντικής Συνεργασίας για την Ενέργεια (P-TEC), με τη συμμετοχή των Αμερικανών υπουργών Ενέργειας, Κρις Ράιτ, και Εσωτερικών, Νταγκ Μπέργκαμ, καθώς και κυβερνητικών αντιπροσωπειών από χώρες της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Η Γκίλφοϊλ είχε ήδη προαναγγείλει την παρουσία περισσότερων από 80 Αμερικανών κυβερνητικών αξιωματούχων, χαρακτηρίζοντας την κινητοποίηση πρωτοφανή για τις διμερείς σχέσεις.

Το συνέδριο αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επίδειξη της ενεργειακής διπλωματίας της κυβέρνησης Τραμπ στην Ελλάδα, με την Γκίλφοϊλ σε κεντρικό ρόλο. Εκεί ανακοινώθηκε, μεταξύ άλλων, η εικοσαετής συμφωνία της Atlantic SEE LNG Trade, κοινοπραξίας της AKTOR με τη ΔΕΠΑ Εμπορίας, με την αμερικανική Venture Global για την προμήθεια LNG από το 2030. Παράλληλα, παρουσία της πρέσβειρας και των Αμερικανών υπουργών, υπεγράφη συμφωνία για την είσοδο της ExxonMobil στην κοινοπραξία της Energean και της HELLENiQ Energy, η οποία πραγματοποιεί έρευνες υδρογονανθράκων στο Block 2, στο βορειοδυτικό Ιόνιο. Η Αθήνα αναδεικνυόταν σε χώρο όπου οι διακηρύξεις περί ενεργειακής ασφάλειας επιχειρούνταν να μετατραπούν σε εμπορικές συμφωνίες, με την προώθηση αμερικανικού φυσικού αερίου να αποτελεί ταυτόχρονα οικονομική και γεωπολιτική προτεραιότητα του Λευκού Οίκου.

Η Γκίλφοϊλ δεν περιορίστηκε στην παρακολούθηση των εξελίξεων. Επιδίωξε να παρέμβει ενεργά στην προώθηση συμφωνιών και στην κινητοποίηση κυβερνήσεων και επιχειρήσεων της περιοχής, αντιμετωπίζοντας την ενεργειακή διπλωματία ως κεντρικό πεδίο της αποστολής της. Ανάλογο ενδιαφέρον εκδηλώθηκε για τις αμερικανικές επενδύσεις στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, με χαρακτηριστική την παρουσία της ExxonMobil στις ελληνικές θαλάσσιες παραχωρήσεις.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη πολιτική δεν υπαγορευόταν πιθανά από κάποιο ιδιαίτερο προσωπικό ενδιαφέρον της πρέσβειρας για την Ελλάδα. Εντασσόταν στο ενεργειακό δόγμα του Ντόναλντ Τραμπ, που συμπυκνώνεται στο σύνθημα «Drill, baby, drill» («Κάντε γεωτρήσεις»), με βασική επιδίωξη την αύξηση της αμερικανικής παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, την ενίσχυση των εξαγωγών και τον περιορισμό των περιβαλλοντικών περιορισμών στην εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προωθούσε τη διαφοροποίηση των πηγών ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης, κυρίως μέσω της αντικατάστασης του ρωσικού φυσικού αερίου από αμερικανικό LNG, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να περιορίσει την επιρροή ανταγωνιστικών δυνάμεων σε στρατηγικές υποδομές.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το ίδιο αποτυπώθηκε και στην υπόθεση των λιμανιών. Η κινεζική παρουσία στον Πειραιά μέσω της COSCO βρέθηκε στο επίκεντρο της αμερικανικής κριτικής. Σε συνέντευξή της στον ΑΝΤ1, τον Νοέμβριο του 2025, η Γκίλφοϊλ χαρακτήρισε «ατυχές» το γεγονός ότι το λιμάνι πέρασε στον έλεγχο της κινεζικής εταιρείας, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν τρόποι να παρακαμφθεί η παρουσία της. Δεν απέκλεισε ούτε το ενδεχόμενο πώλησης του λιμανιού, ενώ τάχθηκε υπέρ της ανάπτυξης εναλλακτικών υποδομών με αμερικανικά κεφάλαια.

Οι δηλώσεις της προκάλεσαν την αντίδραση της κινεζικής πρεσβείας, η οποία κατήγγειλε παρέμβαση στις ελληνοκινεζικές σχέσεις και ψυχροπολεμική νοοτροπία. Η ελληνική κυβέρνηση κράτησε αποστάσεις, υπενθυμίζοντας ότι σέβεται τις συμφωνίες που έχει συνάψει.

Στις 18 Νοεμβρίου 2025, η Γκίλφοϊλ συναντήθηκε με τον υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, για την προώθηση αμερικανικών επενδύσεων στην Ελευσίνα. Ακολούθησε η ανακοίνωση νομοθετικής πρωτοβουλίας για τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων της ONEX, που διαχειρίζεται τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, σε εμπορικές, λιμενικές, ενεργειακές και αμυντικές δραστηριότητες.

Στόχος ήταν η ανάπτυξη ενός διαμετακομιστικού κόμβου που, σε συνδυασμό με το Θριάσιο, θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική στον Πειραιά. Η αμερικανική αναπτυξιακή τράπεζα DFC είχε ήδη χορηγήσει δάνειο 125 εκατομμυρίων δολαρίων για την ανασυγκρότηση των Ναυπηγείων Ελευσίνας. Η υπόθεση ανέδειξε τη γεωπολιτική διάσταση της αποστολής Γκίλφοϊλ: την ανάπτυξη αμερικανικών επενδύσεων σε στρατηγικές υποδομές και τον περιορισμό της κινεζικής επιρροής.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τα δημοσιεύματα της Wall Street Journal και η έρευνα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ

Η υπόθεση που οδήγησε τελικά στην απομάκρυνση της Γκιλφόιλ άρχισε να παίρνει διαστάσεις στην Ουάσιγκτον μετά τα δημοσιεύματα της Wall Street Journal. Η αμερικανική εφημερίδα έφερε στο φως καταγγελίες για μετακινήσεις με ιδιωτικά αεροσκάφη, δώρα και παροχές από ιδιώτες, εγείροντας ερωτήματα για ενδεχόμενες παραβιάσεις των κανόνων δεοντολογίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, την υπόθεση εξετάζει ήδη το Γραφείο Γενικού Επιθεωρητή του υπουργείου, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν ανακοινωθεί συμπεράσματα.

Στο επίκεντρο βρέθηκε και η καταγγελία του Έρικ Ντίτερς, υποστηρικτή του Τραμπ, ότι η Γκίλφοϊλ του ζήτησε 100.000 δολάρια για να εξοφλήσει χρέος σε πιστωτική κάρτα American Express, προτού ακόμη επικυρωθεί ο διορισμός της στην Αθήνα, με αντάλλαγμα να του εξασφαλίσει πρόσβαση στη διοίκηση Τραμπ.

Κατά τη Wall Street Journal, τα χρήματα δεν δόθηκαν. Οι δικηγόροι της πρέσβειρας απέρριψαν τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι ο Ντίτερς είναι εκείνος που της οφείλει περίπου 150.000 δολάρια για ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Πολιτικές προεκτάσεις απέκτησε και δεύτερο δημοσίευμα της εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο η Γκίλφοϊλ, στη διάρκεια δείπνου με Έλληνες και Αμερικανούς αξιωματούχους, φέρεται να άφησε υπαινιγμούς για δυνατότητα αμερικανικής παρέμβασης στις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, επικαλούμενη την περίπτωση της Ρουμανίας. Ο Σταύρος Παπασταύρου, που παρευρισκόταν στο δείπνο, διέψευσε ότι διατυπώθηκε οποιαδήποτε απειλή, ενώ ο Γιώργος Γεραπετρίτης, επικαλούμενος τις διαβεβαιώσεις του, έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να κληθεί η Αμερικανίδα πρέσβειρα για εξηγήσεις. Το περιεχόμενο του δημοσιεύματος αμφισβήτησε και η πλευρά της Γκίλφοϊλ.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στην Ουάσιγκτον, πάντως, η υπόθεση είχε ήδη περάσει στο Κογκρέσο. Ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς ζήτησε εξηγήσεις από τον Μάρκο Ρούμπιο, ενώ παρεμβάσεις ακολούθησαν από τη γερουσιαστή Τζιν Σαχίν και τον βουλευτή Ρόμπερτ Γκαρσία.

Η επεισοδιακή ιστορία στο Νταβός

Ανάμεσα στα περιστατικά που αποκάλυψε η Wall Street Journal ήταν και όσα συνέβησαν τον Ιανουάριο στο Νταβός, με αφορμή δείπνο προς τιμήν του Έρικ Τραμπ, το οποίο διοργάνωνε το Greek House Davos. Σύμφωνα με την εφημερίδα, που επικαλέστηκε ηχητική καταγραφή, η Γκίλφοϊλ εξοργίστηκε όταν πληροφορήθηκε ότι δεν βρισκόταν στη λίστα των προσκεκλημένων, ξεσπώντας με υβριστικούς χαρακτηρισμούς, ενώ στη συνέχεια απευθύνθηκε σε Αμερικανό επιχειρηματία, ζητώντας τη μεσολάβησή του για να παραστεί στην εκδήλωση.

Η επικεφαλής του Greek House Davos, Ειρήνη Βανταράκη, απέδωσε όσα συνέβησαν σε πρόβλημα με τις προσκλήσεις, επισημαίνοντας ότι η Γκίλφοϊλ τελικά συμμετείχε στο δείπνο, όπου συμπεριφέρθηκε διακριτικά και αποχώρησε νωρίς. Η εκδοχή αυτή, ωστόσο, δεν αναιρούσε το γεγονός ότι η αμερικανική εφημερίδα είχε στηρίξει το ρεπορτάζ της και σε ηχητικό υλικό, δίνοντας νέα δημοσιότητα σε μια υπόθεση που είχε ήδη προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η αντίστροφη μέτρηση και η αποχώρηση

Η χρονική συγκυρία κάθε άλλο παρά ευνοϊκή ήταν για τον Λευκό Οίκο. Με τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου να πλησιάζουν, η υπόθεση Γκίλφοϊλ εξελισσόταν σε μια ακόμη εστία πολιτικής φθοράς για τον Ντόναλντ Τραμπ. Και αυτό διότι δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη διπλωμάτη, αλλά για ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα πρόσωπα του κινήματος MAGA, με στενούς προσωπικούς δεσμούς με την οικογένεια του Αμερικανού προέδρου. Οι καταγγελίες περί οικονομικών συναλλαγών και εκμετάλλευσης πολιτικών διασυνδέσεων έδιναν επιπλέον επιχειρήματα στους Δημοκρατικούς, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ρεπουμπλικανοί έδιναν τη μάχη για τη διατήρηση του ελέγχου του Κογκρέσου. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παραμονή της στην Αθήνα είχε αποκτήσει πολιτικό κόστος που υπερέβαινε κατά πολύ τη διπλωματική της αποστολή.

Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, στις 6 και 7 Οκτωβρίου, προσέφερε προσωρινά μια διαφορετική εικόνα. Η Γκίλφοϊλ βρέθηκε στο πλευρό του κατά τις συναντήσεις για τον Στρατηγικό Διάλογο, τις αμυντικές προμήθειες και την ενεργειακή συνεργασία. Η παρουσία της, ωστόσο, δεν στάθηκε αρκετή για να ανακόψει τις εξελίξεις.

Καθώς οι αποκαλύψεις προκαλούσαν ολοένα μεγαλύτερη πίεση στην Ουάσιγκτον, τόσο ο Ρούμπιο όσο και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς απέφυγαν να τοποθετηθούν επί της ουσίας των καταγγελιών. Η υπόθεση έφτασε τελικά στον ίδιο τον Τραμπ, ο οποίος, ερωτηθείς σχετικά, παραδέχθηκε ότι εξεταζόταν το ενδεχόμενο απομάκρυνσης της Γκίλφοϊλ, σημειώνοντας πως η κυβέρνησή του δεν ήταν ικανοποιημένη από όσα είχαν δημοσιευθεί.

Η συνέχεια ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη. Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ζητήθηκε από την Αμερικανίδα πρέσβειρα να παραιτηθεί, με την ίδια να επιβεβαιώνει την ολοκλήρωση της θητείας της, απορρίπτοντας τις κατηγορίες και δηλώνοντας αποφασισμένη να υπερασπιστεί το όνομά της. Στην αποχαιρετιστήρια τοποθέτησή της ευχαρίστησε τον Τραμπ και τον Ρούμπιο, επαναλαμβάνοντας την προσήλωσή της στο America First. Η προσωπική εγγύτητα στον Αμερικανό πρόεδρο, που αποτέλεσε το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της, δεν αποδείχθηκε τελικά αρκετή για να εξασφαλίσει την παραμονή της.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η Αθήνα, ο Μπάρακ και το κενό στην αμερικανική πρεσβεία

Για την ελληνική διπλωματία, η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ δημιουργεί μια διαφορετική εξίσωση. Παρά τις αντιδράσεις για τη συμπεριφορά και τις παρεμβάσεις της, η Αθήνα χάνει ένα πρόσωπο με απευθείας πρόσβαση στο περιβάλλον Τραμπ. Αυτό δεν σήμαινε ότι καθόριζε την αμερικανική πολιτική, αποτελούσε όμως έναν χρήσιμο δίαυλο επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο.

Η απώλεια αποκτά σημασία και λόγω της έντονης δραστηριότητας του Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα. Ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία διαθέτει ανάλογη προσωπική εγγύτητα στον Τραμπ, ενώ οι παρεμβάσεις του υπερβαίνουν συχνά το στενό πλαίσιο των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Υπό αυτή την έννοια, η Γκίλφοϊλ λειτουργούσε ως αντίβαρο στο επίπεδο της πολιτικής πρόσβασης, χωρίς οι δύο πρέσβεις να εκπροσωπούν διαφορετικές αμερικανικές πολιτικές.

Η αποχώρησή της δεν σημαίνει αυτομάτως ενίσχυση της τουρκικής θέσης. Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις διαθέτουν θεσμικό και στρατηγικό βάθος, όπως κατέδειξε και η επίσκεψη Ρούμπιο. Παράλληλα, η απομάκρυνση της Γκίλφοϊλ ενδέχεται να επιτρέψει μια πιο θεσμική λειτουργία της αμερικανικής πρεσβείας.

Παραμένει, ωστόσο, ανοιχτό το ζήτημα της διαδοχής. Ο διορισμός νέου πρέσβη απαιτεί επιλογή από τον Αμερικανό πρόεδρο και επικύρωση από τη Γερουσία, διαδικασία που μπορεί να αφήσει την πρεσβεία για μεγάλο διάστημα υπό επιτετραμμένο. Για την Αθήνα, συνεπώς, σημασία έχει τόσο το πρόσωπο του διαδόχου όσο και η διάρκεια της απουσίας ενός πολιτικά ισχυρού συνομιλητή.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η υπόθεση Γκίλφοϊλ δείχνει, πάντως, και τα όρια ενός μοντέλου διπλωματίας που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις προσωπικές σχέσεις με τον πρόεδρο. Η απευθείας πρόσβαση στον Λευκό Οίκο μπορεί να διευκολύνει τις επαφές και να επιταχύνει αποφάσεις, δεν εξασφαλίζει όμως ασυλία απέναντι στο πολιτικό κόστος.

Η Γκίλφοϊλ έφτασε στην Αθήνα έχοντας ως ισχυρότερο εφόδιο την εμπιστοσύνη του Τραμπ. Έντεκα μήνες αργότερα, η ίδια αυτή σχέση δεν στάθηκε αρκετή για να την προστατεύσει από τις συνέπειες των δημοσιευμάτων. Οι ενεργειακές συμφωνίες και η προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων δεν αντιστάθμισαν το βάρος των καταγγελιών που τη συνόδευσαν μέχρι την αποχώρησή της.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ