«Συλλογικές συμβάσεις τώρα!» - iefimerida.gr
ΕΛΛΑΔΑ 

«Συλλογικές συμβάσεις τώρα!»

Στον απόηχο της ανακοίνωσης της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού το βασικό ερώτημα παραμένει μετέωρο: είναι δυνατόν να μιλάμε για πρόοδο, όταν η «βελτίωση» περιορίζεται σε 120 ευρώ μέσα σε τρία χρόνια;

Σε μια περίοδο που το κόστος ζωής σκαρφαλώνει αδιάκοπα και η εργασιακή ανασφάλεια γίνεται κανονικότητα, τέτοιες αυξήσεις δεν αντανακλούν ούτε τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων, ούτε τις δυνατότητες της οικονομίας. Αντίθετα, φανερώνουν μια λογική χαμηλών αναπτυξιακών προσδοκιών που δεν μπορεί παρά να βαθύνει ακόμα περισσότερο τα κοινωνικά αδιέξοδα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί και δεν επιδέχονται παρερμηνείες. Πάνω από το 46% των εργαζομένων στην Ελλάδα αμείβεται με κάτω από 1.000 ευρώ μεικτά. Σχεδόν τα δύο τρίτα των εργαζομένων δεν ξεπερνούν τα 1.200 ευρώ. Παράλληλα, μόλις το 40% δηλώνει ότι το εισόδημά του επαρκεί για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, ενώ το 88% παραδέχεται ότι έχει αναγκαστεί να περιορίσει τις αγορές βασικών αγαθών. Οι αποταμιεύσεις έχουν εξαντληθεί για την πλειοψηφία, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό εργαζομένων δεν έχει καθόλου οικονομικό απόθεμα. Το κόστος στέγασης έχει μετατραπεί σε κρίσιμο ζήτημα κοινωνικής συνοχής. Το 58% των ενοικιαστών δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για ενοίκιο και ενέργεια, ενώ σχεδόν ένας στους δύο ιδιοκτήτες πληρώνει άνω του 20% του εισοδήματός του για δάνεια και λογαριασμούς. Οι συνθήκες διαβίωσης για τον εργαζόμενο πληθυσμό επιδεινώνονται συστηματικά, χωρίς να διαφαίνεται ουσιαστική πολιτική βούληση για την αντιστροφή αυτής της πορείας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επιλέγει να προχωρήσει με μικρές, συμβολικές αυξήσεις, διατηρώντας τον καθορισμό του κατώτατου μισθού στα χέρια της, χωρίς διαπραγμάτευση, έως το 2027. Η επιλογή αυτή συνιστά υποβάθμιση του κοινωνικού διαλόγου και υπονόμευση των συλλογικών διαδικασιών που αποτελούν θεμέλιο μιας δημοκρατικής αγοράς εργασίας. Η ΓΣΕΕ, μπροστά στην προσχηματική φύση των «διαβουλεύσεων», αποφάσισε να αποχωρήσει από τη διαδικασία και να απαντήσει δυναμικά, προκηρύσσοντας 24ωρη Γενική Απεργία για τις 9 Απριλίου. Η απεργία αυτή δεν περιορίζεται σε ένα μισθολογικό αίτημα· είναι μια ευρύτερη διεκδίκηση: για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, για τη θεσμική θωράκιση της εργασίας, για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας.

Η εικόνα της αγοράς εργασίας στον τομέα των συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι ενδεικτική της απορρύθμισης. Μόλις το 33% των εργαζομένων καλύπτεται σήμερα από συλλογική σύμβαση. Κι όμως, το 86% των εργαζομένων τάσσεται υπέρ της καθολικής και υποχρεωτικής εφαρμογής τους, ενώ το 83% αναγνωρίζει πως οι συλλογικές συμβάσεις είναι αναγκαίες για να διασφαλιστούν αξιοπρεπείς όροι εργασίας. Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι μια ολόκληρη γενιά εργαζομένων –οι νέοι 25 έως 40 ετών– πορεύεται ήδη στον επαγγελματικό της βίο χωρίς να έχει γνωρίσει ποτέ την εμπειρία γνήσιας συλλογικής διαπραγμάτευσης. Αντί να μεγαλώνουν με προσδοκίες και σταθερότητα, οι νέοι εργαζόμενοι εκπαιδεύονται στην αβεβαιότητα και την ατομική διαπραγμάτευση με δυσμενείς όρους.

Η κατάσταση αυτή δεν είναι απλώς άδικη· είναι και αναποτελεσματική. Οι πολιτικές που ευνοούν τη φτηνή και εντατικοποιημένη εργασία δεν οδηγούν στην αύξηση της παραγωγικότητας, δεν ενισχύουν την καινοτομία, ούτε συμβάλλουν στην κοινωνική σταθερότητα. Οι μακροοικονομικοί δείκτες ενδέχεται να παρουσιάζουν σημάδια βελτίωσης, όμως οι ζωές των ανθρώπων που εργάζονται καθημερινά για να «κρατούν» τη χώρα, μένουν στάσιμες ή χειροτερεύουν. Αντίθετα, χώρες που διατηρούν ισχυρά συστήματα συλλογικής διαπραγμάτευσης απολαμβάνουν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, λιγότερη ανισότητα και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε περιόδους κρίσης. Η εμπιστοσύνη στις συλλογικές συμβάσεις δεν είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη, αλλά βασική της προϋπόθεση.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η ΓΣΕΕ ζητά την κατάρτιση Εθνικού Σχεδίου για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων εργασίας. Στόχος είναι η κάλυψη του 80% των εργαζομένων, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις. Παράλληλα, απαιτείται η επιστροφή του καθορισμού του κατώτατου μισθού στους κοινωνικούς εταίρους, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η δικαιοσύνη στη διαμόρφωση ενός μισθού που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες και τις δυνατότητες της οικονομίας. Η εργασία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κόστος. Είναι επένδυση για το παρόν και το μέλλον. Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, η στήριξη των μισθών και η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος είναι απαραίτητα βήματα για να χτίσουμε μια κοινωνία πιο δίκαιη, πιο σταθερή και πιο ανθεκτική.

Η απεργία της 9ης Απριλίου είναι η στιγμή που οι εργαζόμενοι διεκδικούν το αυτονόητο: όχι μόνο καλύτερους μισθούς, αλλά και φωνή, αξιοπρέπεια και ρόλο στον σχεδιασμό της ζωής τους. Δεν είναι τα 120 ευρώ που θα κάνουν τη διαφορά. Είναι το πάνδημο αίτημα των εργαζομένων να μπει ένα τέλος στην δεκαπενταετή υποβάθμιση της εργασίας.

*Ο Γιάννης Παναγόπουλος είναι ο Πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ)

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΣΕΕ συλλογικές συμβάσεις
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ